Τύποι οικοτόπων ‘NATURA 2000’

Οι τύποι οικοτόπων της περιοχής Natura 2000 σε σχέση με τους υπό μελέτη γεώτοπους είναι:

  • Απόκρημνες βραχώδεις ακτές με βλάστηση στη Μεσόγειο (με ενδημικά Limonium)
  • Μεσογειακές και θερμοατλαντικές αλόφιλες λόχμες (Arthrocnemetalia fruticosae)
  • Υποτυπώδεις κινούμενες θίνες
  • Θίνες με βλάστηση σκληρόφυλλων θάμνων (Cisto-Lavenduletalia)
  • Δενδρώδεις θαμνώνες με Juniperus phoenicea
  • Διάσπαρτοι υποβαθμισμένοι πουρναρότοποι (garrigues)
  • Φρύγανα Sarcopoterium spinosum ,
  • Ψευδοστέππες με αγροστώδη και μονοετή φυτά (Thero-brachyetea)
  • Σκληρόφυλλα βοσκόμενα δάση (dehesas) με Quercus suber ή και Quercus ilex ,
  • Χασμοφυτική βλάστηση ασβεστολιθικών πρανών της Ελλάδας – Βράχια Αιγαίου . Θερμομεσογειακές παραποτάμιες στοές (NerioTamariceteae) ,
  • Δάση ελιάς και Χαρουπιάς ,
  • Μεσογειακά δάση πεύκης με ενδημικά είδη πεύκης.

Πρόκειται για τύπο βιοτόπου που απαντά σε πολλές παραλίες σε όλη την Ελλάδα και αναφέρεται σε θεροφυτικές κοινότητες της ζώνης της κυματωγής, που αναπτύσσονται σε στενές παραλίες ή στην πρώτη ζώνη των αμμοθινών, σε αμμώδη ή αμμοχαλικώδη υποστρώματα. Αποτελούν την προδρομική ζώνη βλάστησης στις αμμώδεις παραλίες και από συνταξινομική άποψη ανήκουν στο Euphorbion peplis της κλάσης Cakiletea maritimae. Οι κοινότητες αυτές αποτελούνται από ετήσια, αλονιτρόφιλα είδη και υπόκεινται σε κατακλυσμό από το θαλασσινό νερό που συχνά είναι εμπλουτισμένο με θαλάσσιους οργανισμούς σε αποσύνθεση και άλλα οργανικά και ανόργανα υλικά που παρασύρει το νερό.

Πρόκειται για την καθαρά αμμόφιλη βλάστηση που αποτελείται από τις κοινωνίες των προδρομικών πολυετών που δομούν τις πρωτογενείς θίνες. Από συνταξινομική άποψη ανήκουν στο Agropyrion juncei της κλάσης Ammophiletea. «Υποτυπώδεις κινούμενες θίνες» (2110) Πρόκειται για χαμηλές αμμώδεις ή αμμωχαλικώδεις ρυτιδώσεις που αντιπροσωπεύουν το πρώτο στάδιο των αμμοθινών. Στην περιοχή μελέτης η αντιπροσωπευτικότητα του συγκεκριμένου τύπου είναι ικανοποιητική αν και στις πιο υποβαθμισμένες θέσεις υπάρχουν λίγα είδη της Ammophiletea ενώ παρατηρείται εισχώρηση ειδών που ανήκουν σε άλλες κλάσεις.

Σε ότι αφορά τα είδη επικρατεί ο Elymus farctus ενώ μικρότερη είναι η συμμετοχή των ειδών Eryngium maritimum, Medicago marina, Pancratium maritimum, Pseudorlaya pumilis και Sporobolus pungens. Κατά θέσεις παρατηρείται μεγάλη συμμετοχή των ειδών Anthemis tomentosa, Silene sartorii. Χαρακτηρίζεται από την παρουσία του ημισφαιρικού, «μαξιλαρόμορφου» θάμνου Centaurea spinosa. Από συνταξινομική άποψη οι φυτοκοινωνίες με Centaurea spinosa ανήκουν στην Ammophiletalia της κλάσης Ammophiletea. Στην περιοχή μελέτης η αντιπροσωπευτικότητα του τύπου αυτού είναι ικανοποιητική. Εκτός από το είδος Centaurea spinosa που επικρατεί συμμετέχουν ακόμη τα αμμόφιλα είδη Elymus farctus, Sporobolus pungens και Medicago marina.

Θαλάσσιοι κρημνοί παρατηρούνται στις απότομες ακτές της Μεσογείου και περιλαμβάνει είδη χασμοφυτικά και αλοφυτικά. Ο οικότοπος αυτός με διάφορες παραλλαγές του απαντά στις ακτές όλης της Ελλάδας. Από συνταξινομική άποψη ανήκει στο Crithmo-Frankenion hirsutae της κλάσης Crithmo-Limonietea. Στην περιοχή μελέτης απαντούν δύο διαφορετικές κοινότητες, η μία με επικράτηση των ειδών Limonium sp. και Lotus cytisoides και η άλλη με επικράτηση των ειδών Limonium graecum και Frankenia Dirsute. Ο συγκεκριμένος τύπος οικοτόπου στην Λαυρεωτική χαρακτηρίζεται από συμμετοχή μικρού αριθμού ειδών ενώ η αντιπροσωπευτικότητά του είναι ικανοποιητική. «Απόκρημνες ακτές της Μεσογείου με βλάστηση με ενδημικά Limonium spp»

Ο οικότοπος αυτός περιλαμβάνει τους αλμυρόβαλτους. Τα αλμυρά έλη σχηματίζονται σε παράκτιες περιοχές που κατακλύζονται από νερό για μεγάλες χρονικές περιόδους. Η κυρίαρχη βλάστηση χαρακτηρίζεται από την παρουσία θαμνωδών ειδών όπως τα: Sarcocornia perrenis, Halocnemum strobilaceum και Sarcocornia fruticosa. Από συνταξινομική άποψη ανήκουν στο Salicornion fruticosae της κλάσης Salicornietea fruticosae (Arthrocnemetea). Στην περιοχή μελέτης απαντούν δύο διαφορετικές φυτοκοινωνίες, η Salicornietum radicantis η οποία χαρακτηρίζεται από την επικράτηση των ειδών Sarcocornia perennis και Suaeda vera και η οινωνία Sarcocornia perennis-Arthrocnemum macrostachyum όπου επικρατούν τα είδη Arthrocnemum macrostachyum, Sarcocornia perennis και Suaeda vera. Οι οικότοποι αυτοί περιορίζονται σημαντικά στην Αττική, λόγω της θέσης τους πίσω από τις ακτές και φυσικά λόγω της τουριστικής εκμετάλλευσης των παραθαλάσσιων περιοχών. Στην περιοχή του γεωπάρκου  ο παραλιακός δρόμος διακόπτει τη συνέχεια των αλιπέδων.

Τα φρύγανα αποτελούν την πιο τυπική μορφή χαμηλής βλάστησης στην Ελλάδα. Εμφανίζονται σε περιοχές με ξηρό μεσογειακό κλίμα (π.χ. Αττική, Αν. Πελοπόννησος, Κρήτη, νησιά Αιγαίου) και χαρακτηρίζονται από την παρουσία μικρών και συνήθως αγκαθωτών ή αρωματικών θάμνων με εποχιακό διμορφισμό. Τα πιο κοινά φυτικά είδη των φρύγανων είναι τα: Sarcopoterium spinosum (αστοιβή), Cistus spp. (λαδανιές), Phlomis fruticosa (ασφάκα), Genista acanthoclada (αφάνα), Erica manipuliflora (ρείκι), Satureja thymbra (θρούμπι), Coridothymus capitatus (θυμάρι) κ.ά. Τα φρύγανα ανήκουν στην κλάση Cisto-Micromerietea. Στην περιοχή του γεωπάρκου απαντούν οι εξής φρυγανικές φυτοκοινωνίες: Κοινωνία με Coridothymus capitatus στην οποία επικρατεί το είδος Coridothymus capitatus (θυμάρι) με πολύ μικρή συμμετοχή των ειδών Sarcopoterium spinosum, Phagnalon graecum και Genista acanthoclada. Κοινωνία Phlomis fruticosa όπου κυρίαρχο είναι το είδος Phlomis fruticosa (ασφάκα), ενώ πολύ σημαντική είναι και η συμμετοχή του πολυετούς αγρωστώδους Brachypodium retusum. Η αντιπροσωπευτικότητα των διαφόρων τύπων φρυγάνων είναι από λίγο έως πολύ ικανοποιητική και η κατάσταση διατήρησής τους από μέτρια έως άριστη ανάλογα με τη θέση τους, το υπόστρωμα και τις ανθρωπογενείς επιδράσεις. Η εδαφοκάλυψη φθάνει μέχρι το 85%. Σε θέσεις με έντονη βόσκηση παρατηρείται ελάττωση της συμμετοχής ποωδών ειδών, μείωση της εδαφοκάλυψης σε ποσοστά 45-50% και επικράτηση πολυετών αγρωστωδών ειδών με πιο συνηθισμένο το είδος Brachypodium retusum.

Χαρακτηρίζεται από την επικράτηση του είδους Juniperus phoenicea ενώ συμμετέχουν τα είδη Pistacia lentiscus, Prasium majus, Calicotome villosa και Olea europaea ssp. Oleaster της Oleo-Ceratonion και με μικρή πληθοκάλυψη ορισμένα φρυγανικά είδη (Coridothymus capitatus, Genicta acanthociada, Teucrium brevifolium, Cistus monspeliensis, Anthyllis hermanniae). Από συνταξινομική άποψη ο τύπος αυτός ανήκει στο Juniperetosum phoeniceae της Oleo-Ceratonion. «Δενδρώδεις θαμνώνες με Juniperus phoenicea».

Στην περιοχή εμφανίζονται με δύο φυτοκοινωνίες, οι οποίες από συνταξινομική άποψη ανήκουν στο Oleo-Lentiscetum aegaeicum της Oleo-Ceratonion. Στην πρώτη επικρατεί το είδος Pistacia lentiscus (σχίνος) και κατά θέσεις η Olea europaea ssp. Oleaster (αγριελιά) ενώ συμμετέχουν και άλλα είδη της Oleo-Ceratonion όπως: Calicotome villosa, Phillyrea latifolia. Στη δεύτερη επικρατεί η Quercus coccifera (πουρνάρι) ενώ συμμετέχουν και είδη της OleoCeratonion (κυρίως Pistacia lentiscus, Olea europaea ssp. Oleaster, Calicotome villosa και Phillyrea latifolia) καθώς και είδη φρύγανων σε μικρότερο βαθμό (Euphorbia acanthothamnos, Cistus monspeliensis, Teucrium brevifolium, Sarcopoterium spinosum καιCistus creticus). Η αντιπροσωπευτικότητα του οικοτόπου είναι ικανοποιητική και η κατάσταση διατήρησης πολύ καλή εκτός από θέσεις με έντονη βόσκηση γεγονός που γίνεται εμφανές από την αλλοίωση στη μορφή των θάμνων.

Ο οικότοπος αυτός καταγράφεται κυρίως στην περιοχή που περιγράφεται ως «Αείφυλλα - Πλατύφυλλα» στον δασικό χάρτη της περιοχής του γεωπάρκου Λιβάδια « Ο οικότοπος αυτός (προτεραιότητας) καλύπτει πολύ μικρή έκταση στην περιοχή μελέτης. Χαρακτηρίζεται από την παρουσία ετήσιων ως επί το πλείστον ποωδών ειδών με επικρατή τα είδη Carlina graeca, Hirschfeldia incana και Atractylis cancellata. Από συνταξινομική άποψη ανήκει στην Trachynietalia distachyae.

Η παραποτάμια βλάστηση καλύπτει πολύ μικρή έκταση στην περιοχή και είναι κατακερματισμένη. Κατά θέσεις παρατηρούνται διάσπαρτα άτομα ή μικροσυστάδες των ειδών Tamarix sp. (αρμυρίκι) και Vitex agnus-castus (λυγαριά) με συμμετοχή νιτρόφιλων ειδών αλλά και φυτών ξενικής προελεύσεως όπως η Oxalis pes-caprae. Από συνταξινομική άποψη ανήκουν στη Rubo ulmifolii-Nerion oleandri. Θερμομεσογειακές παραποτάμιες στοές» (92D0) Βραχώδεις σχηματισμοί «Τυπική χασμοφυτική βλάστηση σε ασβεστολιθικά κατά το πλείστον, κάθετα βράχια, με μεγάλη συμμετοχή ενδημικών ειδών.

Στην περιοχή μελέτης απαντούν οι εξής φυτοκοινωνίες: Κοινωνία με Ptilostemon chamepeuce-Campanula celsii όπου επικρατούν τα είδη Ptilostemon chamepeuce και Campanula celsii ssp. Celsii, κοινωνία Ptilostemon chamepeuce με επικρατές το είδος Ptilostemon chamepeuce και συμμετοχή των ειδών Inula verbascifolia ssp. Methanea και Asplenium ceterach και κοινωνία Ptilostemon chamepeuce-Medicago arborea, με επικρατή τα είδη Ptilostemon chamepeuce και Medicago arborea και συμμετοχή των ειδών Ferula communis, Inula verbascifolia ssp. methanea, Asplenium ceterach, Scrophularia heterophylla και Carum multiflorum.Ο συγκεκριμένος τύπος οικοτόπου που από συνταξινομική άποψη ανήκει στην Cirsietalia chamaepeucis εμφανίζεται κυρίως στη νησίδα Πατρόκλου ενώ η αντιπροσωπευτικότητα και η κατάσταση διατήρησης του κρίνονται ως πολύ καλές.

Περιλαμβάνει το σύνολο των δασών Χαλεπίου πεύκης (Pinus halepensis) της περιοχής του γεωπάρκου. Τα δάση των θερμόφιλων κωνοφόρων απαντούν σε μεγάλη ποικιλία γεωλογικών υποστρωμάτων και τύπους εδαφών. Η υψομετρική τους κατανομή κυμαίνεται από τα 0-600μ. και πιο σπάνια μέχρι τα 800 μέτρα, εντάσσονται δηλαδή στη θερμό- και μέσο-μεσογειακή ζώνη βλάστησης.

Στην περιοχή μελέτης επικρατεί το είδος Pinus halepensis ενώ συμμετέχουν είδη θάμνων (κυρίως Pistacia lentiscus), φρύγανα (Cistus creticus, Cistus monspeliensis, Genista acanthoclada, Anthyllis hermanniae). Η συμμετοχή της ποώδους στρώσης στα ώριμα πευκοδάση, ωστόσο, είναι πολύ μικρή. Αντίθετα σε περιοχές που παλαιότερα καλύπτονταν από πευκοδάση και κάηκαν, υπάρχει αναγέννηση του δάσους και παρατηρείται μεγάλη κάλυψη από νεαρά πεύκα και σημαντική κάλυψη από φρύγανα. Ο τύπος οικοτόπου από συνταξινομική άποψη ανήκει στο Pinetosum halepense της Oleo-Ceratonion. Ο οικότοπος αυτός καταγράφεται στην περιοχή που περιγράφεται ως «Δάσος κωνοφόρων Pinus halepensis (Χαλέπιος πεύκη)» στον δασικό χάρτη της περιοχής του γεωπάρκου.

chorida_lavreotiki